ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ: ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Εμμανουήλ Παπάς: Ο πάμπλουτος και ανιδιοτελής ήρωας που ηγήθηκε της Επανάστασης στη Χαλκιδική το 1821

Ποιος ήταν ο Εμμανουήλ Παπάς;

  • Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα Σερρών (σήμερα Εμμανουήλ Παπάς) το 1772. Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν ένας από τους πλουσιότερους και πιο διακεκριμένους προύχοντες της περιοχής των Σερρών, ενώ η μητέρα του Βασιλική καταγόταν από αρχοντική οικογένεια. Ο πατέρας του, πολύ νέος στην ηλικία χειροτονήθηκε ιερέας και απέκτησε το αξίωμα του Οικονόμου. Έτσι, προήλθε το οικογενειακό επώνυμο Παπάς, που διατήρησε ο ήρωας του 1821.
  • Μετά τις βασικές γραμματικές γνώσεις στη γενέτειρά του, ο Εμμανουήλ Παπάς πήγε στις Σέρρες και σπούδασε στην εκεί φημισμένη Σχολή. Σύντομα όμως ανέπτυξε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα στις Σέρρες και αναδείχθηκε σε μεγαλέμπορο και τραπεζίτη με καταστήματα στη Βιέννη, την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Η μεγάλη οικονομική του άνεση του επέτρεψε να κάνει σημαντικές δωρεές για κοινωφελείς σκοπούς στην πατρίδα του. Ο ακέραιος χαρακτήρας του είχε σαν αποτέλεσμα να αποκτήσει άριστες σχέσεις με τον βαλή των Σερρών, Ισμαήλ μπέη και να βοηθάει τους Χριστιανούς της περιοχής. Μάλιστα, από το 1810 είχε αναλάβει τη διαχείριση των οικονομικών και περιουσιακών υποθέσεων του Ισμαήλ μπέη, ενώ μετά από τη μεσολάβησή του στον σουλτάνο πέτυχε ο μητροπολίτης Σερρών να δικάζει τις διαφορές μεταξύ Χριστιανών.
  • Όταν όμως πέθανε ο Ισμαήλ (1814), ο γιος του Γιουσούφ, σπάταλος και άσωτος, άρχισε να δανείζεται από τον Εμμανουήλ Παπά μεγάλα χρηματικά ποσά και καθώς έβλεπε ότι δεν μπορούσε να τα ξεπληρώσει, σχεδίαζε να τον δολοφονήσει. Ο Εμμανουήλ Παπάς, που από τον γάμο του με τη Φαίδρα, κόρη αρχοντικής οικογένειας απέκτησε 11 παιδιά, μαζί με τον γιο του Γιάννη και λίγους Σερραίους αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη, αφήνοντας την προστασία της οικογένειάς του στον Μητροπολίτη Χρύσανθο. Στην Πόλη γνωρίστηκε με εξέχοντες φιλικούς και το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο. Αρχικά, πρόσφερε 1.000 γρόσια για τους σκοπούς της Επανάστασης, ενώ όταν κατόρθωσε να εισπράξει μέσω της Πύλης μεγάλο μέρος από το χρέος του Γιουσούφ μπέη (500.000 χρυσές δραχμές), το διέθεσε όλο για τον Αγώνα. Στο μεταξύ ήρθε σε επαφή με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, από τον οποίο έλαβε εντολή να προετοιμάσει την εξέγερση στη Μακεδονία.
  • Για τον σκοπό αυτό αλληλογραφούσε με τον Μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο (Φιλικό και μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως), καθώς και με ομοϊδεάτες του Αγιορείτες μοναχούς. Παράλληλα, αγόραζε στην Κωνσταντινούπολη όπλα και πολεμοφόδια. Μάλιστα σχεδίαζε να οργανώσει δολοφονική επίθεση εναντίον του σουλτάνου, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε λόγω προδοσίας.

Η επανάσταση στη Χαλκιδική υπό τον Εμ.Παπά

Λίγο πριν την Επανάσταση στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ο Υψηλάντης όρισε τον Εμμανουήλ Παπά πολιτικό αρχηγό του αγώνα στη Χαλκιδική, ενώ τη στρατιωτική ηγεσία του ανέλαβε ο Ιωάννης Φαρμάκης. Μετά την εξέλιξη όμως των γεγονότων στη Μολδοβλαχία, ο Παπάς ανέλαβε και τους δύο τομείς. Τον Μάρτιο του 1821 ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη έχοντας φορτώσει τα πολεμοφόδια που είχε συγκεντρώσει στο πλοίο του Χατζή Αντώνη Βισβίζη και στο τέλος του μήνα έφτασε στο Άγιο Όρος, το οποίο θεωρούσε ως το καταλληλότερο ορμητήριο, λόγω της φυσικής του οχύρωσης και της παρουσίας στον Άθω 3.000 μοναχών.

Το έργο του Παπά ήταν πολύ δύσκολο, καθώς βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και περιστοιχισμένος από ισχυρές τουρκικές φρουρές. Παρόλα αυτά, με ορμητήριο τη Μονή Εσφιγμένου ξεκίνησε τις επαναστατικές ενέργειες, που σύντομα καρποφόρησαν. Από τους 3.900 αγωνιστές, οι 1.000 ήταν Αθωνίτες μοναχοί (καθώς φυσικά δεν μπορούσαν όλοι οι μοναχοί να πολεμήσουν, λόγω ηλικίας κλπ.), οι οποίοι είχαν επικεφαλής τον Θεόφιλο Βατοπεδινό, τον Γρηγόριο Κουτλουμουσιανό, τον Λαυριώτη Ναθαναήλ, τον Εσφιγμενίτη Ευθύμιο, τον Ξενοφωντικό Γεδεών και τον Χιλανδαρινό Ησαΐα (τα «επίθετα» των μοναχών, προέρχονται από τη μονή όπου διαβίωνε ο καθένας). Οι δυνάμεις αυτές χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το ένα, που το αποτελούσαν μοναχοί και επαναστάτες από τα γύρω χωριά, βρισκόταν υπό τις διαταγές του Εμμανουήλ Παπά και το άλλο, υπό τις διαταγές του οπλαρχηγού Χάψα, από τα Παζαράκια της Κασσάνδρας, με τον οποίο συνεργάζονταν ο καπετάν Δουμπιώτης, ο Βασιλικός και ο Άγγελος.Ο Παπάς, ξεκίνησε τη δράση του από την Ιερισσό, την οποία και κατέλαβε την 1η Ιουνίου. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκε στα Μαντεμοχώρια (χωριά προς την ακτή των κόλπων Ιερισσού και Στρυμονικού, περίφημα από την αρχαιότητα για τα μεταλλεία τους). Όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στον Κάμπο της Παζαρούδας και της Νέας Απολλωνίας (τότε Εγρή Μπουτζάκ). Οι Έλληνες, νίκησαν τον Αγκούς αγά κοντά στην Αγία Παρασκευή και κατέλαβαν τη Γαλάτιστα και τα Βασιλικά. Με τη βοήθεια του Χάψα, άλλων οπλαρχηγών και των κατοίκων των Βασιλικών, καταδίωξαν τον Αγκούς αγά και τον Τσιρίμπαση Χασάν αγά ως το Σέδες (στη περιοχή της σημερινής Θέρμης).

  • Οι Τούρκοι άρχισαν ν’ ανησυχούν έντονα. Ο βαλής της Θεσσαλονίκης Γιουσούφ μπέης, ζήτησε βοήθεια. Η σημαντικότερη, ήρθε από τον Χατζή Μεχμέτ Μπαϊράμ πασά, ο οποίος από την Καλλίπολη και την Ανατολική Θράκη, έφτασε στα στενά της, γνωστής και σήμερα Ρεντίνας, τα οποία ως τη Νέα Απολλωνία, κατείχαν οι Έλληνες.
  • Ο Εμμανουήλ Παπάς, βλέποντας τον κίνδυνο, αποφάσισε να καταφύγει με τους άνδρες του στο όρος της Χαλκιδικής Χολομώντας. Ωστόσο, το τουρκικό ιππικό που το αποτελούσαν 3.000 άνδρες, πρόλαβε την οπισθοφυλακή των Ελλήνων και τη διέλυσε. Ανάμεσα στους νεκρούς, ήταν και ο οπλαρχηγός Βασιλικός. Κατά την προσφιλή τακτική τους, οι Τούρκοι άρχισαν να καίνε ελληνικά χωριά και να σφάζουν τους κατοίκους τους. Αφού πέρασε από την Αρναία, ο Μπαϊράμ πασάς έφτασε στη Θεσσαλονίκη και κήρυξε γενική επιστράτευση, συγκεντρώνοντας 30.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Ο Παπάς κατέφυγε στον Πολύγυρο και όσοι μοναχοί σώθηκαν, γύρισαν στο Άγιο Όρος. Οι Έλληνες είχαν έλλειψη πυρομαχικών, δεν ήταν καλά οργανωμένοι, ενώ δεν βοηθήθηκαν από τον Δ. Υψηλάντη και τους Υδραίους, αν και ο Παπάς είχε ζητήσει από τις αρχές Ιουνίου τη βοήθειά τους.
  • Στο μεταξύ, ο Μπαϊράμ πασάς πλησίαζε απειλητικά τα Βασιλικά. Οι Επαναστάτες, καθώς δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους στην κοιλάδα των Βασιλικών, αποφάσισαν να στείλουν τα γυναικόπαιδα για ασφάλεια στη μονή της Αγίας Αναστασίας, μεταξύ Βασιλικών και Γαλάτιστας. Όμως, ο Αχμέτ Μπέης των Γιαννιτσών έφτασε στα Βασιλικά πριν φύγουν τα γυναικόπαιδα. Οι άνδρες του επιδόθηκαν σε σφαγές, αιχμαλωσίες, λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών της κωμόπολης. Ακολούθησε σφοδρή σύγκρουση κοντά στα Βασιλικά. Ο Μπαιράμ πασάς, χάρη στην υπεροπλία του σε έμψυχο δυναμικό, νίκησε τον ηρωικό οπλαρχηγό Χάψα, που έπεσε στο πεδίο της μάχης μαζί με 62 άνδρες του. Όσοι Έλληνες σώθηκαν, κατευθύνθηκαν στον Πολύγυρο και τη Βάβδο.
  • Οι Τούρκοι, έχασαν εκατοντάδες άνδρες, όμως είχαν μεγάλες εφεδρείες. Μετά τη μάχη στα Βασιλικά, έκαψαν τη Γαλάτιστα και στη συνέχεια τη Βάβδο και τον Πολύγυρο. Από αμερικανικά αρχεία, πληροφορούμαστε ότι μεταξύ 1ης και 15ης Ιουλίου 1821, πουλήθηκαν (σε σκλαβοπάζαρα κλπ.) στη Θεσσαλονίκη, 150 γυναικόπαιδα από τη Γαλάτιστα και τα Ραβνά και αργότερα, άλλα 500! Οι ελλείψεις σε τρόφιμα, λόγω των πυρπολήσεων των οικισμών της Χαλκιδικής, είχαν σαν αποτέλεσμα να ενσκήψουν σοβαρές επιδημίες μεταξύ των Ελλήνων, οι οποίοι, έχοντας λιγοστά πολεμοφόδια, περιορίστηκαν σε άμυνα.

Η επανάσταση στην Κασσάνδρα – Η βοήθεια στους Έλληνες από τη θάλασσα και τη Θεσσαλία.

  • Ο Εμμανουήλ Παπάς, άρχισε να οργανώνει την αντίσταση στη διώρυγα της Ποτίδαιας. Σταδιακά, άρχισαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από στεριά και θάλασσα, που αναπτέρωσαν το ηθικό των Ελλήνων. Συγκεκριμένα, ήρθαν 400 άνδρες από τη Θεσσαλία, με επικεφαλής τους Μήτρο Λιάκο και Κωνσταντίνο Μπίνο. Παράλληλα, έφτασαν δύο πλοία απ’ τα Ψαρά και δύο απ’ τη Λήμνο, που μαζί μ’ ένα από τη Χαλκιδική, που πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια στους επαναστάτες επιτηρώντας τις ακτές και αναγκάζοντας δύο πλοία του μπέη της Θεσσαλονίκης, να προσαράξουν στη στεριά.
  • Επίσης, έφτασαν άλλοι 200 Θεσσαλοί αγωνιστές, με επικεφαλής τον αρματολό των Πιερίων, καπετάν Διαμαντή. Συνολικά, ο Εμμανουήλ Παπάς, κατάφερε να συγκεντρώσει 2.000 άνδρες στην Κασσάνδρα. Ο καπετάν Διαμαντής, με τον πρόκριτο της Κασσάνδρας Χατζηχριστοδούλου, πέτυχαν δύο σημαντικές νίκες επί του Αχμέτ Μπέη κατά το πρώτο 15νθήμερο του Ιουλίου. Σε λίγες μέρες, έφτασαν από τη Σάμο στην Κασσάνδρα 11 ψαριανά πλοία με πολεμοφόδια και οι επαναστάτες μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τους Τούρκους. Μάλιστα, στις αρχές Αυγούστου, με μία αιφνιδιαστική επίθεση κοντά στον Άγιο Μάμαντα, σκότωσαν 300 Οθωμανούς. Αντίθετα, στο Άγιο Όρος, μετά τη σφαγή των Βασιλικών υπήρξε κλίμα ηττοπάθειες και διχασμός.

Το τέλος της επανάστασης στην Κασσάνδρα

  • Παρά τις ηρωικές προσπάθειες του Εμμανουήλ Παπά και τις σημαντικές επιτυχίες, τα πράγματα στην Κασσάνδρα ήταν πολύ δύσκολα. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, 600 Έλληνες προσπάθησαν να χτυπήσουν τους Τούρκους από τα νώτα, όμως το σημείο της απόβασής τους προδόθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο Παπάς έστειλε τον καπετάν Κότα στο Ελευθεροχώρι για να ζητήσει βοήθεια από τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου και άλλους απεσταλμένους στον Υψηλάντη, την Ύδρα και τα Ψαρά. Όχι μόνο όμως δεν έφτασε βοήθεια στην Κασσάνδρα, αλλά
  • και τα ψαριανά πλοία αποχώρησαν, καθώς δεν καταβάλλονταν οι μισθοί των πληρωμάτων. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, η κατάσταση στην Κασσάνδρα ήταν τραγική, ενώ υπήρξαν και διαρροές πολλών στρατιωτών. Οι εκκλήσεις του Παπά προς τους ηγουμένους των μονών του Αγίου Όρους να συνεισφέρουν οικονομικά, έπεσαν στο κενό.
  • Στο μεταξύ, νέος βαλής Θεσσαλονίκης ανέλαβε ο ικανός Εμπού Λουμπούτ ή Απ Λουβούτ, ενισχυμένος με νέες δυνάμεις και έχοντας σουλτανικό φιρμάνι με «πλήρη ανεξαρτησίαν δράσεως» (29/9/1821). Έστειλε αρχικά ένα απόσπασμα 3.500 πεζών και ιππέων εναντίον των ελληνικών δυνάμεων, ενώ στη συνέχεια, βάδισε ο ίδιος επικεφαλής 14.000 ανδρών, εναντίον των Ελλήνων της Κασσάνδρας και του Αγίου Όρους, που ήταν μόλις 600 (κατά τον Φιλήμονα) ή 1.400, σύμφωνα με άλλες πηγές. Ωστόσο, οι λιγοστοί επαναστάτες, αντιμετώπισαν με επιτυχία την πρώτη τουρκική επίθεση και αρνήθηκαν τις προτάσεις του Λουμπούτ για κατάθεση όπλων και υποταγή, με αντάλλαγμα αμνηστία.
  • Η δεύτερη τουρκική επίθεση όμως, το ξημέρωμα της 30ης Οκτωβρίου, ήταν οδυνηρή. Παρά το ότι και πάλι οι Έλληνες αντιμετώπισαν την πρώτη τουρκική επίθεση, ο Λουμπούτ εξαπέλυσε γενική έφοδο, ενώ 1.000 Τούρκοι κατάφεραν να επιχωματώσουν την αμυντική τάφρο των Ελλήνων και να περάσουν στη χερσόνησο, εξουδετερώνοντας τους λιγοστούς ηρωικούς άνδρες του Χατζηχριστοδούλου. Τα ¾ των Ελλήνων αγωνιστών σκοτώθηκαν. Οι Τούρκοι ξέσπασαν στον άμαχο πληθυσμό της Κασσάνδρας. Μόνο 200 οικογένειές της, πρόλαβαν να φύγουν για τη Σκιάθο, τη Σκόπελο, τη Σκύρο και άλλα νησιά…

Η υποταγή του Αγίου Όρους

Ο Εμμανουήλ Παπάς, κατέφυγε στο Άγιο Όρος, πιστεύοντας ότι εκεί μπορούσε να οργανώσει νέα εστία αντίστασης. Όμως πολλοί μοναχοί και, κυρίως, οι προεστοί της Κοινής Συνάξεως, ήταν έτοιμοι να υποταχθούν. Απελευθέρωσαν μάλιστα τον Τούρκο ζαμπίτη(τουρκ. zabit=επόπτης, επιτηρητής), που ήταν αιχμάλωτός τους. Όπως προκύπτει από έγγραφο του επαναστάτη μοναχού Νικηφόρου Ιβηρίτη οι ηγούμενοι των περισσότερων μονών είχαν αποφασίσει, σε μυστική σύσκεψη στη Μονή Κουτλουμουσίου, να παραδώσουν στους Τούρκους τον Παπά, τον αρχιμανδρίτη της Μονής Εσφιγμένου Κύριλλο, τον ίδιο τον και άλλους. Σε ανταπόδοση, ο βαλής θα τους χορηγούσε αμνηστία. Ευτυχώς, οι Τούρκοι ανέθεσαν στον Κύριλλο να συλλάβει τον Παπά. Στις 9 Νοεμβρίου 1821, ο Παπάς, ο Κύριλλος και μερικοί αγωνιστές, επιβιβάστηκαν σε πλοίο με προορισμό την Ύδρα, απ’ όπου σκόπευαν να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα.

Στο μεταξύ, απεσταλμένοι από το Άγιο Όρος, πήγαν στην Κασσάνδρα για να δηλώσουν υποταγή. Ο βαλής Μεχμέτ Εμίν, που από τα μέσα Δεκεμβρίου εγκατέστησε φρουρά στον Άθω, τους ζήτησε να υποβάλουν στον σουλτάνο αίτηση συγγνώμης και αμνηστίας και παράλληλα, να καταβάλουν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για διατροφή του τουρκικού στρατού. Η αίτηση κατατέθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1822 και το φιρμάνι του σουλτάνου, με ταπεινωτικούς όρους για το Άγιο Όρος και τους μοναχούς, που έγιναν όμως δεκτοί, ήρθε στις 7 Φεβρουαρίου. Έτσι έληξε η Επανάσταση στη Χαλκιδική. Πολλές ήταν οι ανθρώπινες απώλειες, αλλά τεράστιες και οι υλικές καταστροφές 78 ελληνικά χωριά, ανάμεσά τους και τα Μαντεμοχώρια και 59 αγιορείτικα μετόχια κάηκαν, ενώ 3.014 ζευγάρια βοδιών «αροτριώντων» χάθηκαν.

οικισμός Εμμανουήλ Παπάς

Το τέλος του Εμμανουήλ Παπά

  • Στο μεταξύ κι ενώ το πλοίο που μετέφερε τον Εμμανουήλ Παπά και τους συναγωνιστές του προς την Ύδρα, βρισκόταν στον Καφηρέα (5/12/1821), ο Σερραίος ήρωας έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ύδρα και τάφηκε με τιμές Αρχιστράτηγου. Το 1843, το όνομά του αναρτήθηκε στο Ελληνικό Βουλευτήριο, ανάμεσα σ’ εκείνα των πρωταγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Τα οστά του, μεταφέρθηκαν το 1971 και εναποτέθηκαν κάτω από τον ανδριάντα του, στην Κεντρική Πλατεία των Σερρών.
  • Από τα έντεκα παιδιά του, οχτώ ήταν αγόρια και τρία κορίτσια. Τρεις γιοι του σκοτώθηκαν στον Αγώνα. Ο Αθανασάκης (γεν. 1794), αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα το 1826, ο Γιαννάκης (γεν. 1798), πολέμησε δίπλα στον Παπαφλέσσα και σκοτώθηκε στο Μανιάκι (1825), ενώ ο Νικολάκης (γεν. 1803), σκοτώθηκε στη μάχη του Καματερού της Αττικής (1827), στην οποία είχαμε αναφερθεί εκτενώς πριν λίγο καιρό. Ο Εμμανουήλ Παπάς, υπήρξε μία από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του 1821. Ξόδεψε την τεράστια περιουσία του για τον Αγώνα, κράτησε ζωντανή για έξι μήνες την Επανάσταση στη Χαλκιδική, χωρίς καμία σχεδόν βοήθεια και εμφύσησε το πατριωτικό πνεύμα του στα παιδιά του, τρία από τα οποία σκοτώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα.
  • Μιχάλης Στούκας - 22/02/2021, 12:35

-----ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ-----

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Οι Ήρωες του 1821

Εμμανουήλ Παππάς

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

  • Ο Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821) γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα Σερρών (σημερινή ονομασία : Εμμανουήλ Παπάς). Μητέρα του ήταν η Βασιλική καταγόμενη από αρχοντική οικογένεια και πατέρας του ο Δημήτριος, ένας από τους πλουσιότερους και πιο διακεκριμένους προύχοντες της επαρχίας. Λόγω της μεγάλης εκτίμησης που απολάμβανε από όλους και μετά από επίμονη αξίωση των συγχωριανών του, χειροτονήθηκε ιερέας και τιμήθηκε από τον Μητροπολίτη με το εκκλησιαστικό αξίωμα του Οικονόμου. Από τότε η οικογένεια είχε το επώνυμο Παπά, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη.
  • Τα πρώτα του γράμματα άρχισε να τα μαθαίνει στο σχολείο του χωριού του, κάτω από τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Ο πατέρας του, γνωρίζοντας την αξία της παιδείας, τον έστειλε για να συμπληρώσει τη μόρφωσή του στο Ελληνικό Σχολείο των Σερρών, το οποίο λειτουργούσε στην πόλη από το 1735. Όταν αποφοίτησε από το σχολείο επέστρεψε στη Δοβίστα όπου σε ηλικία 20 ετών παντρεύεται με τη Φαίδρα, κόρη επίσης αρχοντικής οικογένειας.
  • Την περίοδο αυτή ο Εμμ. Παπάς με τα αδέλφια του αρχίζουν να κτίζουν στο χωριό ευπρεπή ναό (πιθανόν ήταν και επιθυμία του πατέρα τους). Κάθε νύχτα μεταφέρουν με τα χέρια τους πέτρες και άλλα οικοδομικά υλικά βοηθώντας τους κτίστες. Τους δε φανατικούς Τούρκους που είναι επικεφαλής εκεί και προσπαθούν να τους εμποδίσουν τους εξαγοράζει με
  • χρηματικά δώρα. Έτσι το ιερό τους έργο αποπερατώνεται το 1805. Ο ναός αυτός σώζεται σήμερα στο χωριό αποτελώντας μνημείο ευλάβειας και φιλοπατρίας του Εμμανουήλ Παπά και της οικογένειάς του.
  • Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του και μετά τη δίκαιη διανομή της οικογενειακής περιουσίας, εγκαθίσταται στις Σέρρες.
  • Η μεγάλη κτηματική και χρηματική περιουσία που απέκτησε τον έκαναν σημαντικό οικονομικό παράγοντα και τον καθιέρωσαν ως ένα είδος τραπεζίτη των Οθωμανών αρχόντων της περιοχής, τους οποίους στήριζε οικονομικά, δανείζοντάς τους σημαντικά ποσά για τις συναλλαγές τους.
  • Απέκτησε έτσι την εμπιστοσύνη όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και των Τούρκων κατακτητών και έχαιρε εξαιρετικής εκτίμησης. Η πραότητά του και η ευφυΐα του, η ικανότητά του, η τόλμη και η υποδειγματική θεοσέβεια και φιλοπατρία του και ο φύσει ανήσυχος και δημιουργικός του χαρακτήρας, τον έκαναν να αναπτύξει μεγάλη εμπορική δραστηριότητα, η οποία ξεπέρασε τα σύνορα και έφτασε ως τη Βιέννη και την Κωνσταντινούπολη, όπου ίδρυσε δικά του καταστήματα. Έτσι έγινε γρήγορα μεγαλέμπορος, ισχυρός παράγοντας της περιοχής και κορυφαίος πολίτης. Η ισχυρή προσωπικότητά του, οι έξυπνοι χειρισμοί και ο καλός χαρακτήρας του, ήταν στοιχεία που τον έκαναν να ασκεί τεράστια επιρροή ακόμα και στους πιο δύστροπους Τούρκους, σε ολόκληρη τη Μακεδονία.

Με την πολιτική του αυτή κατόρθωσε να επηρεάσει μέχρι και τον πανίσχυρο Οθωμανό τοπάρχη των Σερρών Ισμαήλ Μπέη, τον αντίποδα του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Το 1810 αναλαμβάνει και τη διαχείριση των οικονομικών και περιουσιακών υποθέσεών του. Όπως είναι φανερό η μεγάλη αυτή επιρροή και οι κατάλληλοι χειρισμοί του του επέτρεπαν να είναι παρών και να ενεργεί ακόμα και σε πολύ σοβαρές δημόσιες υποθέσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που έσωσε από την αγχόνη τη ζωή καταδίκων ακόμα και Τούρκων μεταφέροντας και φιλοξενώντας τους στο σπίτι του. Μετά από ενέργειές του προς τον Σουλτάνο, τον έπεισε να ανατεθεί στον Μητροπολίτη Σερρών το δικαίωμα να επιλύει (δικάζει) τις διαφορές μεταξύ των χριστιανών. Συμβάλλει επίσης στην ίδρυση εμποροδικείου για την εκδίκαση των εμπορικών διαφορών, με πρόεδρο τον Μητροπολίτη και διαιτητές εμπόρους.

Από το γάμο του με τη Φαίδρα αποκτά 8 γιους και 3 κόρες. Έτσι σε ηλικία 44 ετών είναι αρχηγός μιας πολυμελούς οικογένειας.

Τον Οκτώβριο του 1817 ο Εμμ. Παπάς αναγκάζεται κάτω από πιεστικές γι’ αυτόν συνθήκες να φύγει κρυφά στην Κωνσταντινούπολη ακολουθούμενος από μερικούς επίλεκτους Σερραίους και τον γιο του Γιαννάκη. Έπρεπε να αποφύγει τις εναντίον του δολοφονικές διαθέσεις του Γιουσούφ Μπέη των Σερρών, αισχροκερδή, σπάταλου και άσωτου γιού του Ισμαήλ Μπέη, τον οποίο αντικατέστησε στην εξουσία μετά τον θάνατό του. Αυτός δημιουργώντας τεράστια χρέη προς τον Εμμ. Παπά (1.000.000 χρυσές δραχμές) και αδυνατώντας να ξεπληρώσει όλο το ποσό προσπαθούσε να βρει τρόπους να τον αφανίσει. Την οικογένειά του την αφήνει υπό την προστασία του Μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθου, γιατί ο Γιουσούφ εκτός του ότι προσπάθησε να κάψει το σπίτι του, θα έβαζε ανθρώπους να σκοτώσουν τα παιδιά του στο δρόμο αν θα τα μετέφερε στην Πόλη. Όπως γράφει, λυπάται πολύ που αναγκάστηκε και άφησε ανυπεράσπιστους τους συμπολίτες του υπό την τυραννία του αισχροκερδή Τούρκου διοικητή.

  • Στην Κωνσταντινούπολη εργάζεται σκληρά και αναπτύσσει εθνική δραστηριότητα καθοδηγούμενος από τη Φιλική Εταιρεία. Ύστερα από δύο χρόνια στις 21 Δεκεμβρίου 1819 σε ηλικία 47ετών μυείται σ’ αυτήν από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο, άνθρωπο του Αλέξανδρου Υψηλάντη και προσφέρει αμέσως 1.000 γρόσια για την ενίσχυση του αγώνα. Κατορθώνει μέσω της Πύλης να εισπράξει μεγάλο μέρος από το χρέος του Γιουσούφ μπέη (500.000 χιλιάδες χρυσές δραχμές) τις οποίες και διαθέτει επίσης εξ ολοκλήρου στον εθνικό αγώνα.
  • Ενεργώντας πάντα με εντολές του Αλέξανδρου Υψηλάντη καλείται να προετοιμάσει το έδαφος και να ξεσηκώσει τους Μακεδόνες σε επανάσταση.
  • Έτσι με τα παραπάνω χρήματα αγοράζει όπλα και πολεμοφόδια, ναυλώνει ένα καράβι και αναχωρεί στις 23 Μαρτίου 1821 για το Άγιο Όρος συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του Ιωάννη Χατζηπέτρου, τον γραμματικό του Ιωάννη Οικονόμου και τον γιο του Γιαννάκη. Αποβιβάζεται στη μονή Εσφιγμένου, της οποίας ο ηγούμενος Ιωακείμ ήταν Φιλικός. Από εκεί πλέον δίνει το έναυσμα για την επανάσταση στη Μακεδονία στις 17 Μαΐου 1821, ύστερα από την ανακήρυξή του ως αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο και μαζί με τους 2.500 άνδρες του αναλαμβάνει δράση. Έτσι ο αγώνας γενικεύεται σ’ όλα τα χωριά της Χαλκιδικής. Επαναστατούν και όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους και προσφέρουν οι μοναχοί τις πολύτιμες υπηρεσίες τους και τη ζωή τους στον αγώνα.
  • Την 1 Ιουνίου 1821 καταλαμβάνει την Ιερισσό και προχωρά προς τα ενδότερα της Χαλκιδικής.
  • Στις 2 Ιουνίου οι δυνάμεις προελαύνουν προς την Θεσσαλονίκη αλλά στην ουσία πρόκειται για ένα "ρέμπελο ασκέρι" που δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ενισχύσεις, πολεμοφόδια και το κυριότερο, ηγεσία. Γι' αυτό και η επανάσταση στη Χαλκιδική θα συρρικνωθεί γρήγορα και οι επαναστάτες θα περάσουν τεσσεράμισι μήνες αποκλεισμένοι στις δυο χερσονήσους.
  • Στις 11 Σεπτεμβρίου ο Εμμανουήλ Παπάς διορίζεται από τον Δημήτριο Υψηλάντη επίσημα αρχηγός και διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης. Δίνει μάχες, επιχειρεί αποβάσεις στην Κασσάνδρα και αποκρούει τους Τούρκους προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες. Ο ξεσηκωμός, ο αγώνας και οι θυσίες όλων των επαναστατημένων Μακεδόνων στη Χαλκιδική είναι μεγάλος. Είναι όμως άνισος και αδυσώπητος μπροστά στις βάρβαρες ορδές των Οθωμανών που κατέφτασαν ακόμη και από τη Θράκη. Κατέκλυσαν ολόκληρη την περιοχή λεηλατώντας, πυρπολώντας και σφάζοντας χωρίς καμία διάκριση.
  • Ήταν ένας ολιγόμηνος και σκληρός αγώνας ο οποίος στηρίχτηκε μόνο από τις οικονομικές δυνάμεις του Εμμ. Παπά ο οποίος αγόρασε όλα τα όπλα και πολεμοφόδια και συντήρησε ολόκληρη την επαναστατημένη περιοχή χωρίς καμία βοήθεια από την κεντρική εξουσία της εποχής.
  • Κάτω από αυτή την τραγική κατάσταση και το ανελέητο κυνηγητό που κήρυξε εναντίον του ο Τούρκος διοικητής του Αγίου Όρους Χασεκλή Χαλίλ μπέης και ο Γιουσούφ της Θεσσαλονίκης, ο Εμμ. Παπάς αντιμετώπισε τον κίνδυνο να συλληφθεί, καθώς οι μονές έχοντας συνθηκολογήσει με τον Αβδούλ Αβούδ, δέχθηκαν να του παραδώσουν τον Παπά για να τύχουν αμνηστίας να απολαμβάνουν τα ίδια όπως και προηγουμένως προνόμια. Ένας μοναχός, ονόματι Κύριλλος, που ήταν επιφορτισμένος να τον συλλάβει, τον ειδοποίησε και έφυγαν από το Άγιο Όρος με άλλους κοσμικούς και μοναχούς με το αρχείο του και τον γιο του Γιαννάκη μαζί με το πλοίο του Βισβίζη για την Ύδρα.
  • Όμως οι μέχρι τότε κακουχίες, η κούραση αλλά και η απογοήτευση είχαν φθείρει την υγεία του Σερραίου επαναστάτη, με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή και να πεθάνει πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, στην οποία και θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου 1821 με τιμές αρχιστράτηγου.
  • Είκοσι μέρες αργότερα ο Δημ. Υψηλάντης δίνει στους γιούς του αποδεικτικό των αγώνων και των ενεργειών του προς το έθνος. Το έγγραφο αυτό αποτελεί τον επίλογο της ιστορίας του που θυσίασε τα πάντα, οικογένεια, πλούτη, γαλήνη και τέλος την ίδια τη ζωή του στο βωμό της ελευθερίας. Η οικογένειά του υπέστη τα πάνδεινα στις Σέρρες, μέχρι που ο Μητροπολίτης Χρύσανθος – μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – κατόρθωσε να εξαγοράσει τις ποινές των μελών της οικογέ νειας και να τους ελευθερώσει.
  • Η γυναίκα του Φαίδρα ύστερα από πολλές στενοχώριες και στερήσεις και τους θανάτους πολλών παιδιών της πέθανε πάμπτωχη.
  • Το 1843 αναρτήθηκε στο Ελληνικό Βουλευτήριο το όνομά του ως ένας από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής επανάστασης.
  • Στις 17/5/1966 τα οστά του μεταφέρθηκαν στις Σέρρες και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα, που κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας .Το έργο αυτό φιλοτέχνησε ο διακεκριμένος γλύπτης Περαντινός. Αποτελείται από φημισμένο πεντελικό μάρμαρο, έχει ύψος 5 μέτρα και στοίχισε τότε 320.000 δραχμές.
  • Από τον τάφο του Εμμ. Παπά στην Ύδρα διασώθηκε μόνο μια σπασμένη μαρμάρινη πλάκα η οποία μεταφέρθηκε στις Σέρρες και της οποίας το επιτύμβιο επίγραμμα γράφει (σε μετάφραση). «Γιος ιερέως ο γενναίος αυτός Εμμανουήλ εγκατέλειψε τη γενέτειρά του Σέρρας πολεμών κατά των τυράννων για να σώσει την ένδοξη Ελλάδα και αποκτήσει μεγάλη δόξα. Αλλά εκτελών το καθήκον του πέθανε απροσδόκητα. Το σώμα του κράτησε η Ύδρα την δε ψυχή του ο ουρανός . 1821 Δεκεμβρίου 5».

    Το Λάβαρο των Μακεδονικών δυνάμεων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που υψώθηκε στη μάχη της Ρεντίνας, στις 17 Ιουνίου 1821, στη Μακεδονία υπό την αρχηγία του Αρχιστράτηγου Εμμανουήλ Παπά φυλάσσεται στην Ι. Μ. Εσφιγμένου στο Άγιο Όρος.

    Ο Εμμ. Παπάς υπήρξε ένας αγνός πατριώτης και ενθουσιώδης αγωνιστής. Η βαθιά του πίστη προς το Θεό και η αγάπη προς την πατρίδα, υπήρξαν τα δύο βασικά κίνητρα εις τον υπέρ της ελευθερίας αγώνα του.

    Δαπάνησε όλη την τεράστια περιουσία του (300.000 δίστηλα τάλιρα) για τους σκοπούς της Επανάστασης και κατόρθωσε αν και αγνοούσε τη στρατιωτική τέχνη να διατηρήσει ζωντανή για ένα εξάμηνο την επαναστατική εστία της Χαλκιδικής.

    Δίδαξε σε όλους τις αρετές της ανδρείας, της θυσίας του πλούτου για έναν ιερό σκοπό και της αυτοθυσίας. Αρετές που συγκινούν και προκαλούν τον θαυμασμό και δικαίως τον έπαινο, τον σεβασμό και την τιμή.

Εκπαιδευτικός Οργανισμός

Ελληνικό Κολλέγιο Θεσσαλονίκης

Εκπαιδευτικοί: Γερούση Αγγελική, Ιωαννίδης Κωνσταντίνος, Φουντά Σταυρούλα - Αιμιλία (Π70), Παρασκευόπουλος Κωνσταντίνος (ΠΕ19)

-----ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ-----

17 Μαΐου 1821, Ο Εμμανουήλ Παπάς κηρύττει την Επανάσταση στην Μακεδονία

ΕΠΙΛΕΚΤΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

  • Εκείνος ο οποίος λαμπρύνει κατ' εξοχήν τις χρυσές δέλτους της ένδοξης ιστορίας του γένους και περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στην ανατολική Μακεδονία ειδικότερα, είναι ο μεγαλέμπορος - τραπεζίτης Εμμανουήλ Παπάς, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα (νυν Εμμανουήλ Παπάς) των Σερρών από πατέρα ιερέα, μορφώθηκε στο εις Σέρρας από του έτους 1735 λειτουργούν ελληνικό σχολείο και αναδείχθηκε σε ένα από τους πλέον επιφανείς άνδρες των Σερρών της εποχής εκείνης, διακρινόμενος για τη θεοσέβεια και τη φιλοπατρία του.
  • Η ευφυία, η τιμιότητα και οι πολυσχιδείς ικανότητές του τον ανέδειξαν σύντομα σε μεγαλέμπορο, τραπεζίτη και κορυφαίο πολίτη, απολαμβάνοντα γενικής εκτιμήσεως.

Ο Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821) ξεκίνησε με πολύ λίγες γραμματικές γνώσεις, όπως φαίνεται από τις ιδιόχειρες σημειώσεις του καθώς και με λίγα χρηματικά μέσα, όπως όλοι γενικά οι Έλληνες της εποχής. Ίσως η πρώτη αρχή να ήταν το μπακάλικο της Δοβίστας που είχε αγοράσει ο αδελφός του Γιωργάκης Οικονόμου. Ευφυής όμως και τολμηρός δεν άργησε αρχίζοντας από μικρέμπορος να εξελιχθεί σε μεγαλέμπορο των Σερρών, με καταστήματα στην Κων/πολη και στη Βιέννη, ν' αποκτήσει σημαντική περιουσία, κινητή και ακίνητη, πάνω από 300.000 τάλιρα, να γίνει δανειστής των Τούρκων αγάδων και μπέηδων της περιοχής, να συνάψει στενές σχέσεις μαζί τους και να τους επηρεάζει πολύ, προ πάντων τον πανίσχυρο τοπάρχη Ισμαήλ μπέη, που ήταν στη Μακεδονία ο αντίποδας του Αλή πασά της Ηπείρου.

Με την θερμή υποστήριξη και προστασία του Παπά πολλά ωφελήθηκε η ελληνική κοινότητα των Σερρών. Μετά το θάνατο του Ισμαήλ (1814) ο σπάταλος και άσωτος γιος του, αλλά γενναίος πολεμιστής Γιουσούφ μπέης δημιούργησε τόσο μεγάλα χρέη, 40.000 μαχμουτιέδες (1 περίπου εκατομμύριο χρυσές δραχμές), ώστε ήταν αδύνατο να τα ξεπληρώσει.

Όταν ο Παπάς ζήτησε με επιμονή να του ξοφλήσει μέρος τουλάχιστον του δανείου, ο Γιουσούφ του έδωσε μόνο το μισό του χρέος και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Τότε ο Παπάς αναγκάστηκε, τον Οκτώβριο του 1817, να φύγει κρυφά στην Κων/πολη, όπως αφηγείται στον μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο, τον οποίο παρακαλεί να προστατεύει την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τις επιβουλές του Γιουσούφ, ο οποίος είχε βάλει ανθρώπους να του κάψουν το σπίτι. Φοβάται όμως ο Παπάς να μεταφέρει την οικογένειά του στην Πόλη, μήπως ο Γιουσούφ κατά τη μεταφορά της, βάλει ανθρώπους και σκοτώσουν τα παιδιά του. Λυπάται επίσης που άφησε τους συμπολίτες του χωρίς την προστασία του. «Και ο αισχροκερδής διοικητής τώρα θέλει να εύρει τον καιρόν να τους τυραννεί και να τους γυμνώνει επειδή μόνη η νουθεσία και η σκέψη μου εμπόδιζε τας σκευωρίας και τα ενεδρεύματά του».

Στην Κων/πολη γνωρίζεται και συνδέεται με το φιλικό Κωνσταντίνο Παπαδάτο, ο οποίος του κάνει τις προκαταρκτικές κρούσεις για ενδεχόμενη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία· Ο Σερραίος πατριώτης ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Εκεί, ύστερα από 2 χρόνια, στις 21 Δεκεμβρίου του 1819, σε ηλικία 47 χρόνων μυείται και με "το αφιερωτικό" του προς τον επίσκοπο Σερρών Χρύσανθο υπόσχεται να καταθέσει στο ταμείο της 1.000 γρόσια «ως προοφειλομένην συνδρομή βοηθητική για την δημιουργημένη και μάλλον ήδη ενεργουμένην σχολή της πατρίδος» (όπως συνήθως γινόταν λόγος στα σχετικά έγγραφα της φιλικής εταιρίας), η οποία σχολή λίγες γραμμές παρακάτω αναφέρεται χαρακτηριστικά ως "Σχολή του Πανελληνίου". Ο Παπάς υπόσχεται στο τέλος ότι όταν βεβαιωθεί ότι η σχολή προκόβει, θα συνεισφέρει και άλλα «το κατά δύναμιν όλην ……. Προς καταρτισμό και βελτίωσιν αυτής».

Το πιο παλιό έγγραφο που σώζεται είναι ένα μονόφυλλο γεμάτο ορθογραφικά λάθη με ημερομηνία 1 Μαΐου 1793, στο οποίο ο Εμμανουήλ Παπάς καταγράφει, όπως συνήθιζαν τότε πολλοί Έλληνες, τα ονόματα των 11 παιδιών του κατά σειρά γεννήσεως. Ο Εμμανουήλ Παπάς μέσα σε 22 χρόνια γίνεται ο αρχηγός μιας πολυμελούς, μιας πατριαρχικής οικογένειας, που αποτελείται από 8 αγόρια και 3 κορίτσια (σχεδόν σε κάθε δύο χρόνια αναλογεί και ένα παιδί).

Στην Κων/πολη κατορθώνει ο Παπάς να εισπράξει το χρέος του Γιουσούφ μέσω της Πύλης. Και είναι πολύ πιθανόν ότι μαζί με τον Κ. Κουμπάρη και τον Γ. Σταματά προχώρησε πολύ στη μύηση και άλλων μελών στην Κων/πολη και στην είσπραξη αντιστοίχων ποσών, με τα οποία σκόπευε ο Υψηλάντης να οργανώσει "κάσα" για την χρηματοδότηση του αγώνα. Στις Σέρρες, την απουσία του προσπαθεί να καλύψει ο μεγαλύτερος γιος του Αθανάσιος, ο οποίος τον αντικαθιστά στις διάφορες εργασίες του και ο οποίος δε θα διστάσει να δανείσει ακόμα και άτοκα στους κατοίκους της ιδιαίτερης πατρίδας του πατέρα του· χρήματα που τελικά δεν εισπράχτηκαν ποτέ σε εποχή που κυριολεκτικά οργίαζε η τοκογλυφία.

  • Πορτραίτο του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Εμμανουήλ Παπά στο Ιστορικό Μουσείο στη Παλιά Βουλή.
  • Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε μέτριο ανάστημα. Το πρόσωπό του στηριγμένο σε ένα μακρύ λαιμό, ήταν πράο αλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα. Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά.
  • Έπαιρνε το λόγο πάντοτε τελευταίος και επιβάλλονταν με την λογική διατύπωση των γνωμών του. Ο ζήλος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν μεγάλος και η φιλοτιμία του απέραντη.
  • Δεν υπάρχει κάποια αποτύπωση της φυσιογνωμίας του μεγάλου αυτού τέκνου της Σερραϊκής γης ούτε σε ζωγραφιά, ούτε σε κάποια γκραβούρα της εποχής αλλά ούτε και κάποια περιγραφή του. Η μοναδική αναφέρεται από τον Ευάγγελο Στράτη στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στα 1914 και από αυτό δανειζόμαστε τα όσα προηγουμένως αναφέραμε σύμφωνα πάντοτε με όσα γράφει για αυτόν ο Σερραίος λόγιος και ιστορικός.
  • Ο Εμμανουήλ Παπάς εμυήθη στη Φιλική Εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη, στην οποία και διέθεσε όλη τη μεγάλη περιουσία του, αλλά και όλο του το είναι. Πιστός στον όρκο του προς τη Φιλική Εταιρεία, ο Εμμανουήλ Παπάς αναλαμβάνει να εκτελέσει τις οδηγίες που του έδωσε ο αρχηγός και φίλος του Αλέξανδρος Υψηλάντης. Προς τούτο αγοράζει ικανή ποσότητα όπλων και πολεμοφοδίων και στις 23 Μαρτίου 1821 τα φορτώνει σε καράβι και αναχωρεί για το Άγιον Όρος μαζί με τον Ιωάννη Χατζηπέτρου, υπασπιστή του και τον Δημήτριο Οικονόμου, γραμματέα του. Το Άγιον Όρος θεωρούνταν -κακώς βέβαια- ως το καταλληλότερο ορμητήριο για την εξέγερση της Μακεδονίας, όχι μόνο γιατί η χερσόνησος ήταν φυσικά οχυρή, αλλ' ακόμη γιατί οι 3.000 περίπου άνδρες, που μόναζαν στα 20 μοναστήρια και στα 300 περίπου κελλιά,
  • σκήτες, καθίσματα και ησυχαστήρια θα μπορούσαν να αποτελέσουν αξιόλογη στρατιά.

  • Το έδαφος παρουσιαζόταν ώριμο για την εξέγερση, γιατί δυο χρόνια τώρα οι μοναχοί είχαν υποφέρει πολλά από τις αυθαιρεσίες και αργυρολογίες του Τούρκου διοικητή. Έπειτα ορισμένοι φαίνεται ότι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Στην πραγματικότητα όμως ούτε η κατάλληλη προετοιμασία είχε γίνει, ούτε και οι επαναστατικές ιδέες συμβιβάζονταν με τον ιδεολογικό κόσμο των μοναχών και με το αγιορείτικο καθεστώς..
  • Το πλοίο στις 23 Μαρτίου του 1821 έφθασε στο Αγιον Ορος και εκεί υποδέχθηκε τον Εμμανουήλ Παπά με μεγάλο ενθουσιασμό ο ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου, ο οποίος ήταν προ πολλού μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Την επομένη της αφίξεως του Εμμανουήλ Παπά στο Αγιο Ορος, προσκλήθηκαν σε γενική συνέλευση στη μονή Εσφιγμένου όλοι οι ηγούμενοι και οι προϊστάμενοι των είκοσι μοναστηριών και σκητών, οι οποίοι με μεγάλη προθυμία και συγκίνηση ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Εμμανουήλ Παπά. Ο φλογερός επαναστάτης σκορπίζει ρίγη ενθουσιασμού και συγκίνησης. Οι ηγούμενοι όλων των Μονών τον ανακηρύσσουν «Αρχηγόν και προστάτην της Μακεδονίας», αλλά η επανάσταση που ευαγγελίζονταν θα αποτύχει... Οι πατέρες του Αγίου Όρους άρχισαν υπό άκρα μυστικότητα να υλοποιούν τις εντολές που τους δόθηκαν γιά την επιτυχία του Αγώνα. Ο Παπάς αμέσως δίνει το έναυσμα της επανάστασης.
  • Το επαναστατικό κίνημα του Εμμανουήλ Παπά έφτασε στο τέλος του σύντομα και άδοξα. Ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, Γιουσούφ Μπέης απέστειλε μεγάλη στρατιωτική δύναμη στον Άθω και μόλις έφθασε αυτή, άρχισε να καταπιέζει παντοιοτρόπως τους κατοίκους της περιοχής, πολλοί από τους οποίους αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στα βουνά.
  • Την παραμονή της ημέρας που ορίστηκε για επίθεση κατά του Πολυγύρου (δηλαδή την 16η Μαΐου), οι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να βρίζουν τους χριστιανούς και να τους απειλούν με γενική σφαγή. Οι κάτοικοι του Πολυγύρου οπλίσθηκαν και ορκίστηκαν επί του Σταυρού, κήρυξαν την επανάσταση και το πρωί της 17ης Μαΐου σκότωσαν τον Τούρκο υποδιοικητή και τους δεκαοκτώ στρατιώτες της φρουράς του και αυθημερόν, για να προλάβουν την είσοδο της επερχόμενης τουρκικής δυνάμεως που αποτελούνταν από χίλιους άνδρες, χωρίστηκαν σε δύο μέρη και επιτέθηκαν, οι μεν κατά του Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, τους οποίους και ανάγκασαν σε υποχώρηση.
  • Ο Γιουσούφ Μπέης, πληροφορήθηκε τα γεγονότα και κατέσφαξε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τον επίσκοπο Κίτρους Ιωσήφ και τους προύχοντες Χριστόδουλο Μπαλάνο, Χρήστο Μενεξέ και Αναστάσιο Κυδωνιάτη.
  • Το μαρτύριο των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης έγινε γνωστό στη Χαλκιδική και στην ανατολική Μακεδονία και έγινε αφορμή να εξαφθεί ακόμα περισσότερο το μίσος κατά των Τούρκων και να γιγαντωθεί ο πόθος για την ελευθερία. Προς τούτο στο Πρωτάτο των Καρυών συγκροτήθηκε υπό τον Εμμανουήλ Παπά γενική συνέλευση και αποφασίστηκε η καθαίρεση του Ζαμπίτη (αστυνόμου) του Άθω, Χασεκή Χαλήλ Μπέη. Παράλληλα, συστάθηκε γενική εφορεία από αντιπροσώπους όλων των ιερών Μονών για την εσωτερική διοίκηση και οικονομική επιμελητεία του πολέμου και
  • προσκλήθηκαν όλοι οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα μοναχοί του Αγίου Ορους. Ύστερα απ' αυτά, σε συγκινητική εκκλησιαστική τελετή, κηρύχθηκε η επανάσταση υπό τις ευλογίες του μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίου και αναγορεύθηκε ο Εμμανουήλ Παπάς αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας.
  • Στις 8 Μαΐου στις Σέρρες συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, όμως τελικά η πόλη σώζεται από την άγρια μανία του τουρκικού όχλου. Ταυτόχρονα η Φαίδρα, η γυναίκα του Εμμ. Παπά και η οικογένειά του φυλακίζονται, δημεύεται η περιουσία του και κατάσχονται 13 βαρέλια με χρυσά φλωριά.
  • Στις 2 Ιουνίου οι δυνάμεις προελαύνουν προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά στην ουσία πρόκειται για ένα "ρέμπελο ασκέρι" που δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ενισχύσεις, πολεμοφόδια και το κυριότερο, ηγεσία. Γι' αυτό και η επανάσταση στη Χαλκιδική θα συρρικνωθεί γρήγορα και οι επαναστάτες θα περάσουν τεσσερεισήμισυ μήνες αποκλεισμένοι στις δυο χερσονήσους. Είναι η εποχή που ο Δημήτριος Υψηλάντης ονομάζει τον Παπά "πληρεξούσιο αρχηγό και διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης".

    Η πτώση της Κασσάνδρας και "η αντιδραστική στάση" των μοναχών κάνουν την κατάσταση απελπιστική, ενώ άγριος, αποφασιστικός και ακάθεκτος εισβάλλει στη Χαλκιδική ο

    Μεχμέτ Εμίν πασάς της Θεσσαλονίκης καταστρέφοντας, καίγοντας, σφάζοντας και ισοπεδώνοντας τα πάντα.

    Ο Εμμανουήλ Παπάς αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Μονή Εσφιγμένου, να μπει σ΄ ένα καράβι και να πάρει την κατεύθυνση για Ύδρα, έχοντας μαζί του το μικρό του γιο, τον Γιαννάκη καθώς και το προσωπικό του αρχείο. Όμως οι μέχρι τότε κακουχίες, η κούραση, αλλά και η απογοήτευση είχαν φθείρει την υγεία του Σερραίου επαναστάτη, με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή και να πεθάνει πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, όταν αυτό περιέπλεε τον Καφηρέα.

    Στην Ύδρα θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου 1821 με τιμές στρατηγού. Στις 17/5/66 τα οστά του μεταφέρθηκαν στις Σέρρες και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα που κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας. Από τα παιδιά του ο Αθανάσιος αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα (1826), ο Ιωάννης σκοτώθηκε στο Νεόκαστρο ( 1825) και ο Νικόλαος στην Αττική.

    Η κατοικία του Εμμανουήλ Παπά

    Τα παιδιά του

    Ο Εμμ. Παπάς είχε έντεκα παιδιά (8 αγόρια και 3 θυγατέρες). Παραθέτουμε τα ονόματά τους, έτσι όπως αυτά αναφέρονται από τον ίδιο μαζί με την ημερομηνία γέννησής τους στο προσωπικό του αρχείο:

    1. Αθανασάκης (25 Αυγούστου 1794) - Αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα.

    2. Αναστασάκης (13 Ιουνίου 1796) - Αγωνίστηκε στην άμυνα του Μεσολογγίου.

    3. Γιαννάκης (29 Σεπτεμβρίου 1798) - Σκοτώθηκε με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι

    4. Νεραντζή (13 Απριλίου 1801)

    5. Νικολάκης (7 Μαρτίου 1803) - Σκοτώθηκε στο Καματερό Αττικής πολεμώντας με αρχηγό τον Γ. Καραϊσκάκη

    6. Μιχαήλος (24 Μαΐου 1805)

    7. Γιώργης (25 Αυγούστου 1807)

    8. Ελένη (19 Μαΐου 1809)

    9. Αλέξανδρος (23 Οκτωβρίου 1811)

    10. Ευφροσύνη (23 Οκτωβρίου 1813)

    11. Κωστάκης (26 Αυγούστου 1816)

    ΘΟΥΡΙΟΝ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑ

    Το 1965 ο Σερραίος μουσικός Χρήστος Σταματίου μελοποιεί το "Θούριο του Εμμανουήλ Παπά" του επίσης Σερραίου λογίου Αναστασίου Γαλδέμη που τραγουδήθηκε ουσιαστικά στην πόλη των Σερρών μέχρι τη δεκαετία του 1970, ιδιαίτερα σε εθνικές επετείους και τις συναυλίες του «ΟΡΦΕΑ».

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

    Τα στοιχεία για τον Εμμ. Παπά καθώς και τα ονόματα των παιδιών του είναι από το βιβλίο του καθηγητή της Ιστορίας Αποστόλου Ε. Βακαλόπουλου:

    "Εμμανουήλ Παπάς - "Αρχηγός και υπερασπιστής της Μακεδονίας" - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ", έκδοση: "Ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου" Θεσσαλονίκη 1981. Εικονογραφημένη ιστορία των Σερρών τόμος Α΄, Βασίλη Ι. Τζανακάρη , Σέρρας 1991 40 Τραγούδια της πόλης των Σερρών, Γιώργου Αγγειοπλάστη,

    Σέρρας 1994

    Αβραμίδου Χαρίκλεια

    Αθανασιάδης Αθανάσιος

  • Ιερά Μονή Εσφιγμένου Αγίου Όρους

-----ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ-----

Ιερά Μονή Εσφιγμένου Αγίου Όρους

  • Επίσημος Ιστότοπος Ιεράς Βασιλικής Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Εσφιγμένου, μίας από τις είκοσι κυρίαρχες ιερές μονές, που συναπαρτίζουν την μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους Άθω, υπό την πνευματική εποπτεία της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Εκείνος ο οποίος λαμπρύνει κατ' εξοχήν τις χρυσές δέλτους της ένδοξης ιστορίας του γένους και περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στην ανατολική Μακεδονία ειδικότερα, είναι ο μεγαλέμπορος - τραπεζίτης Εμμανουήλ Παπάς, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα (νυν Εμμανουήλ Παπάς) των Σερρών από πατέρα ιερέα, μορφώθηκε στο εις Σέρρας από του

έτους 1735 λειτουργούν ελληνικό σχολείο και αναδείχθηκε σε ένα από τους πλέον επιφανείς άνδρες των Σερρών της εποχής εκείνης, διακρινόμενος για τη θεοσέβεια και τη φιλοπατρία του. Η ευφυία, η τιμιότητα και οι πολυσχιδείς ικανότητές του τον ανέδειξαν σύντομα σε μεγαλέμπορο, τραπεζίτη και κορυφαίο πολίτη, απολαμβάνοντα γενικής εκτιμήσεως.

Ο Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821) ξεκίνησε με πολύ λίγες γραμματικές γνώσεις, όπως φαίνεται από τις ιδιόχειρες σημειώσεις του καθώς και με λίγα χρηματικά μέσα, όπως όλοι γενικά οι Έλληνες της εποχής. Ίσως η πρώτη αρχή να ήταν το μπακάλικο της Δοβίστας που είχε αγοράσει ο αδελφός του Γιωργάκης Οικονόμου. Ευφυής όμως και τολμηρός δεν άργησε αρχίζοντας από μικρέμπορος να εξελιχθεί σε μεγαλέμπορο των Σερρών, με καταστήματα στην Κων/πολη και στη Βιέννη, ν' αποκτήσει σημαντική περιουσία, κινητή και ακίνητη, πάνω από 300.000 τάλιρα, να γίνει δανειστής των Τούρκων αγάδων και μπέηδων της περιοχής, να συνάψει στενές σχέσεις μαζί τους και να τους επηρεάζει πολύ, προ πάντων τον πανίσχυρο τοπάρχη Ισμαήλ μπέη, που ήταν στη Μακεδονία ο αντίποδας του Αλή πασά της Ηπείρου.

Με την θερμή υποστήριξη και προστασία του Παπά πολλά ωφελήθηκε η ελληνική κοινότητα των Σερρών. Μετά το θάνατο του Ισμαήλ (1814) ο σπάταλος και άσωτος γιος του, αλλά γενναίος πολεμιστής Γιουσούφ μπέης δημιούργησε τόσο μεγάλα χρέη, 40.000 μαχμουτιέδες (1 περίπου εκατομμύριο χρυσές δραχμές), ώστε ήταν αδύνατο να τα ξεπληρώσει. Όταν ο Παπάς ζήτησε με επιμονή να του ξοφλήσει μέρος τουλάχιστον του δανείου, ο Γιουσούφ του έδωσε μόνο το μισό του χρέος και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Τότε ο Παπάς αναγκάστηκε, τον Οκτώβριο του 1817, να φύγει κρυφά στην Κων/πολη, όπως αφηγείται στον μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο, τον οποίο παρακαλεί να προστατεύει την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τις επιβουλές του Γιουσούφ, ο οποίος είχε βάλει ανθρώπους να του κάψουν το σπίτι. Φοβάται όμως ο Παπάς να μεταφέρει την οικογένειά του στην Πόλη, μήπως ο Γιουσούφ κατά τη μεταφορά της, βάλει ανθρώπους και σκοτώσουν τα παιδιά του. Λυπάται επίσης που άφησε

τους συμπολίτες του χωρίς την προστασία του. «Και ο αισχροκερδής διοικητής τώρα θέλει να εύρει τον καιρόν να τους τυραννεί και να τους γυμνώνει επειδή μόνη η νουθεσία και η σκέψη μου εμπόδιζε τας σκευωρίας και τα ενεδρεύματά του».

Στην Κων/πολη γνωρίζεται και συνδέεται με το φιλικό Κωνσταντίνο Παπαδάτο, ο οποίος του κάνει τις προκαταρκτικές κρούσεις για ενδεχόμενη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία· Ο Σερραίος πατριώτης ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Εκεί, ύστερα από 2 χρόνια, στις 21 Δεκεμβρίου του 1819, σε ηλικία 47 χρόνων μυείται και με "το αφιερωτικό" του προς τον επίσκοπο Σερρών Χρύσανθο υπόσχεται να καταθέσει στο ταμείο της 1.000 γρόσια «ως προοφειλομένην συνδρομή βοηθητική για την δημιουργημένη και μάλλον ήδη ενεργουμένην σχολή της πατρίδος» (όπως συνήθως γινόταν λόγος στα σχετικά έγγραφα της φιλικής εταιρίας), η οποία σχολή λίγες γραμμές παρακάτω αναφέρεται χαρακτηριστικά ως "Σχολή του Πανελληνίου". Ο Παπάς υπόσχεται στο τέλος ότι όταν βεβαιωθεί ότι η σχολή προκόβει, θα συνεισφέρει και άλλα «το κατά δύναμιν όλην ……. Προς καταρτισμό και βελτίωσιν αυτής».

Το πιο παλιό έγγραφο που σώζεται είναι ένα μονόφυλλο γεμάτο ορθογραφικά λάθη με ημερομηνία 1 Μαΐου 1793, στο οποίο ο Εμμανουήλ Παπάς καταγράφει, όπως συνήθιζαν τότε πολλοί Έλληνες, τα ονόματα των 11 παιδιών του κατά σειρά γεννήσεως. Ο Εμμανουήλ Παπάς μέσα σε 22 χρόνια γίνεται ο αρχηγός μιας πολυμελούς, μιας πατριαρχικής οικογένειας, που αποτελείται από 8 αγόρια και 3 κορίτσια (σχεδόν σε κάθε δύο χρόνια αναλογεί και ένα παιδί).

Στην Κων/πολη κατορθώνει ο Παπάς να εισπράξει το χρέος του Γιουσούφ μέσω της Πύλης. Και είναι πολύ πιθανόν ότι μαζί με τον Κ. Κουμπάρη και τον Γ. Σταματά προχώρησε πολύ στη μύηση και άλλων μελών στην Κων/πολη και στην είσπραξη αντιστοίχων ποσών, με τα οποία σκόπευε ο Υψηλάντης να οργανώσει "κάσα" για την χρηματοδότηση του αγώνα. Στις Σέρρες, την απουσία του προσπαθεί να καλύψει ο μεγαλύτερος γιος του Αθανάσιος, ο οποίος τον

αντικαθιστά στις διάφορες εργασίες του και ο οποίος δε θα διστάσει να δανείσει ακόμα και άτοκα στους κατοίκους της ιδιαίτερης πατρίδας του πατέρα του· χρήματα που τελικά δεν εισπράχτηκαν ποτέ σε εποχή που κυριολεκτικά οργίαζε η τοκογλυφία.

  • Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε μέτριο ανάστημα. Το πρόσωπό του στηριγμένο σε ένα μακρύ λαιμό, ήταν πράο αλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα. Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά. Έπαιρνε το λόγο πάντοτε τελευταίος και επιβάλλονταν με την λογική διατύπωση των γνωμών του. Ο ζήλος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν μεγάλος και η φιλοτιμία του απέραντη.
  • Δεν υπάρχει κάποια αποτύπωση της φυσιογνωμίας του μεγάλου αυτού τέκνου της Σερραϊκής γης ούτε σε ζωγραφιά, ούτε σε κάποια γκραβούρα της εποχής αλλά ούτε και κάποια περιγραφή του. Η μοναδική αναφέρεται από τον Ευάγγελο Στράτη στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στα 1914 και από αυτό δανειζόμαστε τα όσα προηγουμένως αναφέραμε σύμφωνα πάντοτε με όσα γράφει για αυτόν ο Σερραίος λόγιος και ιστορικός.
  • Ο Εμμανουήλ Παπάς εμυήθη στη Φιλική Εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη, στην οποία και διέθεσε όλη τη μεγάλη περιουσία του, αλλά και όλο του το είναι. Πιστός στον όρκο του προς τη Φιλική Εταιρεία, ο Εμμανουήλ Παπάς αναλαμβάνει να εκτελέσει τις οδηγίες που του έδωσε ο αρχηγός και φίλος του Αλέξανδρος Υψηλάντης. Προς τούτο αγοράζει ικανή ποσότητα όπλων και πολεμοφοδίων και στις 23 Μαρτίου 1821
  • τα φορτώνει σε καράβι και αναχωρεί για το Άγιον Όρος μαζί με τον Ιωάννη Χατζηπέτρου, υπασπιστή του και τον Δημήτριο Οικονόμου, γραμματέα του. Το Άγιον Όρος θεωρούνταν -κακώς βέβαια- ως το καταλληλότερο ορμητήριο για την εξέγερση της Μακεδονίας, όχι μόνο γιατί η χερσόνησος ήταν φυσικά οχυρή, αλλ' ακόμη γιατί οι 3.000 περίπου άνδρες, που μόναζαν στα 20 μοναστήρια και στα 300 περίπου κελλιά, σκήτες, καθίσματα και ησυχαστήρια θα μπορούσαν να αποτελέσουν αξιόλογη στρατιά. Το έδαφος παρουσιαζόταν ώριμο για την εξέγερση, γιατί δυο χρόνια τώρα οι μοναχοί είχαν υποφέρει πολλά από τις αυθαιρεσίες και αργυρολογίες του Τούρκου διοικητή. Έπειτα ορισμένοι φαίνεται ότι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Στην πραγματικότητα όμως ούτε η κατάλληλη προετοιμασία είχε γίνει, ούτε και οι επαναστατικές ιδέες συμβιβάζονταν με τον ιδεολογικό κόσμο των μοναχών και με το αγιορείτικο καθεστώς.
  • Το Λάβαρο των Μακεδονικών δυνάμεων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 που υψώθηκε στη μάχη της Ρεντίνας, στις 17 Ιουνίου 1821, στη Μακεδονία υπό την αρχηγία του Αρχιστράτηγου Εμμανουήλ Παπά φυλάσσεται στην Ι. Μ. Εσφιγμένου στο Άγιον Όρος
  • Το πλοίο στις 23 Μαρτίου του 1821 έφθασε στο Αγιον Ορος και εκεί υποδέχθηκε τον Εμμανουήλ Παπά με μεγάλο ενθουσιασμό ο ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου, ο οποίος ήταν προ πολλού μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Την επομένη της αφίξεως του Εμμανουήλ Παπά στο Αγιο Ορος, προσκλήθηκαν σε γενική συνέλευση στη μονή Εσφιγμένου όλοι οι ηγούμενοι και οι προϊστάμενοι των είκοσι μοναστηριών και σκητών, οι οποίοι με μεγάλη προθυμία και συγκίνηση ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Εμμανουήλ Παπά. Ο φλογερός επαναστάτης σκορπίζει ρίγη ενθουσιασμού και συγκίνησης. Οι ηγούμενοι όλων των Μονών τον ανακηρύσσουν «Αρχηγόν και προστάτην της Μακεδονίας», αλλά η επανάσταση που ευαγγελίζονταν θα αποτύχει... Οι πατέρες του Αγίου Όρους άρχισαν υπό άκρα μυστικότητα να υλοποιούν τις εντολές που τους δόθηκαν γιά την επιτυχία του Αγώνα. Ο Παπάς αμέσως δίνει το έναυσμα της επανάστασης.
  • Το επαναστατικό κίνημα του Εμμανουήλ Παπά έφτασε στο τέλος του σύντομα και άδοξα. Ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, Γιουσούφ Μπέης απέστειλε μεγάλη στρατιωτική δύναμη στον Άθω και μόλις έφθασε αυτή, άρχισε να καταπιέζει παντοιοτρόπως τους κατοίκους της περιοχής, πολλοί από τους οποίους αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στα βουνά.
  • Την παραμονή της ημέρας που ορίστηκε για επίθεση κατά του Πολυγύρου (δηλαδή την 16η Μαΐου), οι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να βρίζουν τους χριστιανούς και να τους απειλούν με γενική σφαγή. Οι κάτοικοι του Πολυγύρου οπλίσθηκαν και ορκίστηκαν επί του Σταυρού, κήρυξαν την επανάσταση και το πρωί της 17ης Μαΐου σκότωσαν τον Τούρκο υποδιοικητή και τους δεκαοκτώ στρατιώτες της φρουράς του και αυθημερόν, για να προλάβουν την είσοδο της επερχόμενης τουρκικής δυνάμεως που αποτελούνταν από χίλιους άνδρες, χωρίστηκαν σε δύο μέρη και επιτέθηκαν, οι μεν κατά του Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, τους οποίους και ανάγκασαν σε υποχώρηση.
  • Ο Γιουσούφ Μπέης, πληροφορήθηκε τα γεγονότα και κατέσφαξε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τον επίσκοπο Κίτρους Ιωσήφ και τους προύχοντες Χριστόδουλο Μπαλάνο, Χρήστο Μενεξέ και Αναστάσιο Κυδωνιάτη.
  • Το μαρτύριο των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης έγινε γνωστό στη Χαλκιδική και στην ανατολική Μακεδονία και έγινε αφορμή να εξαφθεί ακόμα περισσότερο το μίσος κατά των Τούρκων και να γιγαντωθεί ο πόθος για την ελευθερία. Προς τούτο στο Πρωτάτο των Καρυών συγκροτήθηκε υπό τον Εμμανουήλ Παπά γενική συνέλευση και αποφασίστηκε η καθαίρεση του Ζαμπίτη (αστυνόμου) του Άθω, Χασεκή Χαλήλ Μπέη. Παράλληλα, συστάθηκε γενική εφορεία από αντιπροσώπους όλων των ιερών Μονών για την εσωτερική διοίκηση και οικονομική επιμελητεία του πολέμου και
  • προσκλήθηκαν όλοι οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα μοναχοί του Αγίου Ορους. Ύστερα απ' αυτά, σε συγκινητική εκκλησιαστική τελετή, κηρύχθηκε η επανάσταση υπό τις ευλογίες του μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίου και αναγορεύθηκε ο Εμμανουήλ Παπάς αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας.
  • Στις 8 Μαΐου στις Σέρρες συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, όμως τελικά η πόλη σώζεται από την άγρια μανία του τουρκικού όχλου. Ταυτόχρονα η Φαίδρα, η γυναίκα του Εμμ. Παπά και η οικογένειά του φυλακίζονται, δημεύεται η περιουσία του και κατάσχονται 13 βαρέλια με χρυσά φλωριά.
  • Στις 2 Ιουνίου οι δυνάμεις προελαύνουν προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά στην ουσία πρόκειται για ένα "ρέμπελο ασκέρι" που δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ενισχύσεις, πολεμοφόδια και το κυριότερο, ηγεσία. Γι' αυτό και η επανάσταση στη Χαλκιδική θα συρρικνωθεί γρήγορα και οι επαναστάτες θα περάσουν τεσσερεισήμισυ μήνες αποκλεισμένοι στις δυο χερσονήσους. Είναι η εποχή που ο Δημήτριος Υψηλάντης ονομάζει τον Παπά "πληρεξούσιο αρχηγό και διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης".

    Η πτώση της Κασσάνδρας και "η αντιδραστική στάση" των μοναχών κάνουν την κατάσταση απελπιστική, ενώ άγριος, αποφασιστικός και ακάθεκτος εισβάλλει στη Χαλκιδική ο

    Μεχμέτ Εμίν πασάς της Θεσσαλονίκης καταστρέφοντας, καίγοντας, σφάζοντας και ισοπεδώνοντας τα πάντα.

    Ο Εμμανουήλ Παπάς αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Μονή Εσφιγμένου, να μπει σ΄ ένα καράβι και να πάρει την κατεύθυνση για Ύδρα, έχοντας μαζί του το μικρό του γιο, τον Γιαννάκη καθώς και το προσωπικό του αρχείο. Όμως οι μέχρι τότε κακουχίες, η κούραση, αλλά και η απογοήτευση είχαν φθείρει την υγεία του Σερραίου επαναστάτη, με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή και να πεθάνει πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, όταν αυτό περιέπλεε τον Καφηρέα.

    Στην Ύδρα θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου 1821 με τιμές στρατηγού. Στις 17/5/66 τα οστά του μεταφέρθηκαν στις Σέρρες και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα που κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας. Από τα παιδιά του ο Αθανάσιος αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα (1826), ο Ιωάννης σκοτώθηκε στο Νεόκαστρο ( 1825) και ο Νικόλαος στην Αττική.

-----ΕΠΟΜΕΜΟ ΚΕΙΜΕΝΟ-----

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ 1821: ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΗΡΩΑΣ

-----ΕΠΟΜΕΜΟ ΚΕΙΜΕΝΟ-----

ΣΤΟΝ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑ

----------

Eσύ ο Μέγας ‘Έλληνας, ο της Δοβίστας γόνος

άνθρωπος χαρισματικός και επιτυχημένος

άρχισες μ’ ενθουσιασμό έναν αγώνα μόνος!

Πόνεσες, θυσιάστηκες μα βγήκες κερδισμένος!

.

Στων υποδούλων το όραμα γεμάτος αγωνία

έδωσες σάρκα και οστά, μορφή Ελληνική,

τις Σέρρες ταρακούνησες και τη Μακεδονία

και εσφιχταγκαλιάστηκες με τη Χαλκιδική!

.

Ότι κι αν είχες το ‘ριξες στα πόδια της Πατρίδας,

πρόσφερες οικογένεια, ψυχή, περιουσία,

προσπάθησες και ένιωσες τη λάμψη της ελπίδας

και την απογοήτευση από την προδοσία!

.

Μόνος και αβοήθητος πολέμησες με θάρρος

για την Πατρίδα έδωσες και τη ζωή σου ακόμα

λύγισε, σε προσπέρασε, δεν σ’ άγγιξε ο Χάρος

με σεβασμό σ’ αγκάλιασε το Ελληνικό το Χώμα!

.

Τώρα υποκλινόμαστε και στέκουμε σιμά σου

σαν οδηγός και πρότυπο μπροστά μας προχωράς

και στο χωριό σου το μικρό δώσαμε τ’ όνομά σου,

Φιλοπατρίας σύμβολο, Τιμής και Προσφοράς!

Ρένα Τσιλιβή- Νικολινάκου